Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Η ύστατη ώρα του Ν Καζαντζάκη όπως την βίωσε η γυναίκα του Ελένη...

"Έμεινε ακίνητος. Η «παιδική καρδιά» του—ο γιατρός έλεγε πως ο Νίκος είχε καρδιά παιδιού—χτυπούσε ακόμα. Η ανάσα του έγινε ακόμα πιο γρήγορη και πιο σύντομη. Πήρα το αριστερό του χέρι, το μεταξωτό, ποτέ ιδρωμένο, το απόθεσα στο κεφάλι μου:

—Δώσ’ μου την ευχή σου, Καλέ μου. Κάνε ν’ ακολουθήσω πάντα το δρόμο που χάραξες.

Το χέρι έμεινε ώρα πολλή πάνω στο κεφάλι μου. Ζεστό, μεταξωτό, πάντα δροσερό, όπως το αγαπούσα. Έπειτα το απόθεσα απαλά πάνω στα σεντόνια.

Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν υπήρχε πια. Θά ’θελα ν’ ανοίξω πόρτες και παράθυρα και να φωνάξω:

—Φεγγάρι, άστρα, δέντρα, νύχτα μαύρη, εσείς που τόσο αγάπησε, ο Καζαντζάκης σας δεν υπάρχει πια!

Ντράπηκα. Αν είμουν «θεατής», δε θα θαύμαζα και δε θα ευχόμουν ένα τέτοιο θάνατο;

Η δεύτερη νύχτα, η πηχτή νύχτα του θανάτου, έκλεινε τον κύκλο, τα τριάντα τρία χρόνια φως. Γύρισα δίπλα του, τον κοίταζα πολλή ώρα. Του έκλεισα τα μάτια, τα μικρά του μάτια, πού ’χαν το χρώμα της ελιάς, καλά, πειραχτούλικα, που δε θα ’βλεπαν ποτέ πια τον ήλιο.
Όρθιος, όπως έζησε, παράδωσε την ψυχή του, σαν το βασιλιά, που αφού γλέντησε στο μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, και, χωρίς να στραφεί πίσω, διάβηκε το κατώφλι."

(Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Ν. Καζαντζάκη,
"Νίκος Καζαντζάκης, Ο Ασυμβίβαστος" Εκδόσεις Καζαντζάκη, σελ. 653-655)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου